Άρθρο

Δυσκολίες συμπεριφοράς

Δυσκολίες συμπεριφοράς

Σε διεθνές επίπεδο, η έρευνα στη σχολική ψυχολογία έχει επικεντρωθεί στις ανησυχίες και στους προβληματισμούς των εκπαιδευτικών αλλά και των γονέων σχετικά με τη συμπεριφορά των μαθητών. Συγκεκριμένα, υπάρχει ιδιαίτερος προβληματισμός για τους μαθητές με συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες (Emotional and Behavioural Difficulties). Ταυτόχρονα, η συμπεριφορά των μαθητών αυτών γίνεται άμεσα αντιληπτή απο τους γονείς αλλά και από τους εκπαιδευτικούς ως άμεση και προσωπική απειλή στην αυθεντία τους και στις εκτιμήσεις τους για τη δυνατότητά τους να λειτουργήσουν στην τάξη και να πετύχουν τους διδακτικούς στόχους που θέτουν τόσο για τους μαθητές τους όσο και για τον εαυτό τους. Από την άλλη μεριά, έχει εκτιμηθεί ότι 1 στους 6 μαθητές παρουσιάζει δυσκολίες συμπεριφοράς, συχνότητα που διαρκώς αυξάνεται, ενώ παράλληλα, οι δυσκολίες συμπεριφοράς των μαθητών έχουν συσχετιστεί με χαμηλή ακαδημαϊκή επίδοση και προβλήματα κοινωνικής προσαρμογής.

Η καλλιέργεια των κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων έχει βρεθεί πως επιφέρει μείωση ή και εξάλλειψη των παραγόντων επικινδυνότητας, προλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο τη δημιουργία προβλημάτων συμπεριφοράς.

Συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες στο σχολείο

Στην κατηγορία των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ανήκει μια μικρότερη ομάδα παιδιών που ενώ είχε μάλλον αγνοηθεί στο παρελθόν, τελευταία συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των ατόμων που ασχολούνται με την εκπαίδευση. Πρόκειται για την ομάδα των παδιών με συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες. Ο όρος “συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες” αναφέρεται στα παιδιά που προκαλούν την ανησυχία των δασκάλων ή των γονιών τους, εξαιτίας των εσωτερικευμένων ή εξωτερικευμένων εκδηλώσεων της συμπεριφοράς τους. Μέχρι τώρα δεν έχει επικρατήσει ένας επίσημος όρος για να περιγράψει τη συγκεκριμένη κατηγορία των συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών. Οι όροι «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», «απροσάρμοστα άτομα», «διαταραχές προσωπικότητας», «δυσκολίες στην προσαρμογή και συμπεριφορά» και «προβλήματα συμπεριφοράς» χρησιμοποιούνται εναλλακτικά.

Έτσι για παράδειγμα γίνεται λόγος για συναισθηματικές δυσκολίες (πχ. άγχος για αποτυχία στα μαθήματα, αποφυγή εργασίας, έλλειψη συγκέντρωσης, καταθλιπτική διάθεση, υπερβολική ντροπή, υπερεξάρτηση από το δάσκαλο) και συμπεριφορικές δυσκολίες (πχ. ακαταστασία, ανυπακοή, υβριστική γλώσσα, νευρικότητα‐ανησυχία, ο μαθητής/τρια περιφέρεται στην τάξη, ο μαθητής/τρια μιλάει χωρίς άδεια), δυσκολίες των μαθητών δηλαδή πολύ οικείες στους εκπαιδευτικούς.

Η πρώτη κατηγορία δυσκολιών αφορά στις εσωτερικευμένες μορφές συμπεριφοράς, που δεν βιώνονται ως ενοχλητικές από τους άλλους, ενώ η δεύτερη κατηγορία αφορά στις εξωτερικευμένες μορφές συμπεριφοράς, που βιώνονται ως αντικοινωνικές από τους άλλους. Κατά καιρούς έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ταξινόμησης προβλημάτων συμπεριφοράς. Το κοινό στοιχείο που προκύπτει από όλες τις απόπειρες ταξινόμησης είναι ότι αποτελούν ένα όρο “συνονθύλευμα”, που περιγράφει κάθε είδος συμπεριφοράς, την οποία οι δάσκαλοι και οι γονείς θεωρούν ενοχλητική.

Η συχνότητα εμφάνισης των συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών είναι πιθανό να μειωθεί με τη χρήση αποτελεσματικών στρατηγικών αντιμετώπισης από τους εκπαιδευτικούς αλλά και τους γονείς. Μελέτες των στρατηγικών αντιμετώπισης των συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών φανέρωσαν τη χρήση κυρίως τεχνικών διαμόρφωσης της συμπεριφοράς, υποστήριξης και συμβουλευτικής, αλλά και τιμωρίας. Στις Η.Π.Α για παράδειγμα, η αποβολή του μαθητή αποτελεί την πιο συχνή τεχνική αντιμετώπισης προβλημάτων πειθαρχίας στο γυμνάσιο. Αυτό όμως που χρειάζεται στην πραγματικότητα είναι να αναζητήσουμε αποτελεσματικούς τρόπους δράσης που να αποτρέπουν ή να περιορίζουν την εμφάνιση συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών προτού ακόμα φτάσουμε στο σημείο να αναζητήσουμε αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισής τους. Αντί να ψάχνουμε μαγικές συνταγές για να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα που ανακύπτει, είναι προτιμότερο να υιοθετούμε στρατηγικές πρόληψης και να εφοδιάζουμε τους μαθητές με δεξιότητες απαραίτητες για να αντιμετωπίζουν τις αγχογόνες καταστάσεις που τους παρουσιάζονται. Οποιαδήποτε προσπάθεια για περιορισμό των δυσκολιών συμπεριφοράς παιδιών και εφήβων πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη, ιδιαίτερα αναφορικά με τα άτομα που βρίσκονται στα αρχικά στάδια εκδήλωσης των δυσκολιών. Η πρόληψη συνίσταται σε αμοιβή της επιθυμητής συμπεριφοράς, τιμωρία της ακατάλληλης συμπεριφοράς χωρίς τη χρήση βίας, αποτελεσματική καθοδήγηση στις ακαδημαϊκές και κοινωνικές δεξιότητες και βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών ώστε να μην προκαλούν αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Η καλλιέργεια των κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων είναι συνυφασμένη με την ευρύτερη έννοια της «Συναισθηματικής Νοημοσύνης». Οι υποστηρικτές της Συναισθηματικής Νοημοσύνης ισχυρίζονται ότι λειτουργεί ως παράγοντας πρόληψης της επιθετικότητας και της κατάθλιψης, ενώ παράλληλα ενισχύει δεξιότητες όπως την ενσυναίσθηση, τον έλεγχο θυμού, την επίλυση διαφωνιών, την αυτογνωσία, τη λήψη αποφάσεων, κλπ. Παρακάτω γίνεται λόγος για το ρόλο της Συναισθηματικής Νοημοσύνης στην πρόληψη των συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών στο σχολείο και στην οικογένεια

Από τη Συναισθηματική Νοημοσύνη στην Κοινωνική και Συναισθηματική Μάθηση

Κεντρική ιδέα της συναισθηματικής νοημοσύνης αποτελεί ο ισχυρισμός ότι το άτομο, το σχολείο, η οικογένεια και η κοινωνία στο σύνολό της, θα μπορέσουν να λειτουργήσουν αποτελεσματικότερα, αν ο άνθρωπος αποκτήσει επίγνωση και έλεγχο των συναισθηματικών αντιδράσεων τόσο των δικών του όσο και των άλλων ατόμων. Τόσο η ανάπτυξη όσο και η ρύθμιση των συναισθημάτων διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν σταδιακά να ελέγχουν τα συναισθήματά τους. Η ικανότητα να εκδηλώνουν, να αποκρύπτουν ή να εξωτερικεύουν επιλεκτικά τη χαρά, τη λύπη, τον ενθουσιασμό και την οργή τους βελτιώνεται προοδευτικά. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε τη δυσκολία που παρατηρείται στους μαθητές μέσης σχολικής ηλικίας να εκφράζουν κυρίως τα αρνητικά συναισθήματα. Αξίζει, εξάλλου, να αναφέρουμε ότι οι διαφορές που παρατηρούνται στα δύο φύλα, ως προς την έκφραση των συναισθημάτων, ερμηνεύονται κυρίως στη βάση των πολιτισμικών αξιών και των διαφορετικών κοινωνικών προσδοκιών, χωρίς ωστόσο να υποτιμούνται οι εγγενείς διαφορές στην προσωπικότητα και στην ιδιοσυγκρασία.

Ο όρος «συναισθηματική νοημοσύνη» αναφέρεται κυρίως στη γνώση, στον έλεγχο και στο χειρισμό των συναισθημάτων. Παραπέμπει σε μια σειρά από ικανότητες οι οποίες διευκολύνουν το άτομο να αντιληφθεί, να εκφράσει και να επεξεργαστεί τον εσωτερικό του κόσμο με τρόπο ώστε να εξασφαλίσει συναισθηματική επάρκεια.

Οι συναισθηματικές δεξιότητες μπορούν να βοηθήσουν αποφασιστικά το μαθητή, όχι μόνο στη διαδικασία της εκπαιδευτικής πράξης, αλλά κυρίαρχα στη συγκρότηση άρτιας ψυχοκοινωνικής ταυτότητας. Η αυτόεπίγνωση, η αποδοχή του εαυτού, ο αυτοέλεγχος, η προσωπική υπευθυνότητα, η ποιοτική επικοινωνία, η διεκδικητική στάση και η ικανότητα επίλυσης συγκρούσεων περιγράφουν σημαντικές δεξιότητες συναισθηματικής επάρκειας.

Ένα βασικό στοιχείο που συμπεριλαμβάνεται στα χαρακτηριστικά της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι η «ενσυναίσθηση» (empathy). Αναφέρεται σε μια προσωπική στάση με κύριο γνώρισμα την συναίσθηση, την κατανόηση και τη συμμετοχή στα προβλήματα και στα βιώματα του άλλου. Επιπλέον, η «ενσυναίσθηση» προϋποθέτει «ενεργητική ακρόαση», δηλαδή συγκέντρωση στα λόγια του συνομιλητή, παρέχοντάς του την άνεση να ολοκληρώνει τις σκέψεις του χωρίς λεκτικές παρεμβολές, εκφράζοντας έτσι αποδοχή και εκτίμηση στο πρόσωπό του.

Κοινωνική και Συναισθηματική Μάθηση και Συναισθηματικές και Συμπεριφορικές Δυσκολίες μαθητών

Μία από τις σημαντικότερες εφαρμογές της Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης στο σχολείο αφορά στην πρόληψη των συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών των μαθητών. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, είναι γεγονός ότι αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των παιδιών με δυσκολίες προσαρμογής στις απαιτήσεις του σχολείου, με εκδηλώσεις επιθετικότητας, βίας, κατάθλιψης κλπ. Ο ρόλος της Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης για την μείωση των δυσκολιών αυτών έγκειται στην έγκαιρη πρόληψή τους και παράλληλα στην προώθηση κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων. Στην πραγματικότητα, η λύση για την αντιμετώπιση προβλημάτων συμπεριφοράς βρίσκεται στη διαμόρφωση ενός υγιούς κλίματος συνεργασίας και σεβασμού με συμμαθητές και ενηλίκους.

Ειδικότερα, η δεξιότητα της «ρύθμισης των συναισθημάτων» έχει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη των δυσκολιών συμπεριφοράς και κατά συνέπεια στην προώθηση της συνεργασίας και την επίδειξη θετικής συμπεριφοράς από τα παιδιά προσχολικής ηλικίας.

Βασικές Δεξιότητες Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης

Αυτο‐γνωσία

  • αναγνώριση και ονομασία των συναισθημάτων
  • κατανόηση των αιτιών και συνθηκών κάτω από τις οποίες βιώνονται τα συναισθήματα

Αυτορρύθμιση συναισθημάτων

  • λεκτική διατύπωση και αντιμετώπιση άγχους, θυμού και κατάθλιψης
  • έλεγχος παρορμήσεων, επιθετικότητας, αυτοκαταστροφικής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς
  • αναγνώριση θετικών στοιχείων και ενεργοποίηση θετικών συναισθημάτων για τον εαυτό, το σχολείο, την οικογένεια και τις κοινωνικές ομάδες στήριξης

Αυτο‐παρατήρηση και συμπεριφορά

  • εστιασμός στις εργασίες που έχουν ανατεθεί
  • καθορισμός βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων
  • τροποποίηση συμπεριφοράς μετά από ανατροφοδότηση
  • κινητοποίηση για επίτευξη θετικών στόχων
  • ενεργοποίηση αισθημάτων ελπίδας και αισιοδοξίας
  • προσανατολισμός των εργασιών για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών επιδόσεων

Ενσυναίσθηση και θεώρηση διαφορετικών οπτικών

  • ανάπτυξη μηχανισμών ανατροφοδότησης στην καθημερινή ζωή
  • ενεργητική ακρόαση
  • αύξηση ενσυναίσθησης και ευαισθησίας στα συναισθήματα του άλλου
  • κατανόηση της οπτικής και των συναισθημάτων των άλλων

Κοινωνικές δεξιότητες για διαπροσωπικές σχέσεις 

  • διαχείρηση των συναισθημάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις, εναρμόνιση διαφορετικών συναισθημάτων και απόψεων
  • έκφραση συναισθημάτων με αποτελεσματικό τρόπο
  • εξάσκηση σε δεξιότητες αποφασιστικότητας, ηγετικότητας και ικανότητας για πειθώ
  • συνεργασία με τα μέλη ομάδας
  • δυνατότητα αντίληψης των κοινωνικών ενδείξεων
  • εξάσκηση σε δεξιότητες λήψης κοινωνικών αποφάσεων και επίλυσης προβλημάτων
  • αντιμετώπιση των δυσκολιών που προκύπτουν στις διαπροσωπικές σχέσεις με δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων
Ειρήνη Μπαϊρακτάρη

Ειρήνη Μπαϊρακτάρη

Η Ειρήνη Μπαΐρακτάρη είναι απόφοιτος του προγράμματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στη Σχολική Ψυχολογία και είναι υποψήφια Διδάκτωρ Σχολικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

top