Ειδική διαπαιδαγώγηση

Βελτίωση συμπεριφοράς και αντιμετώπιση μαθησιακών διαταραχών.

Ειδική αγωγή είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη διάγνωση και την αποκατάσταση των μαθησιακών δυσκολιών όπως είναι η δυσλεξία, δυσγραφία, δυσαναγνωσία, δυσαριθμισία. Στόχος του σχολικού ψυχολόγου ή του ειδικού παιδαγωγού εκτός από την αποκατάσταση των παραπάνω είναι και η ενίσχυση του παιδιού σε ότι αφορά την κοινωνική του ένταξη. Ο ειδικός θέτει όρια και κανόνες, ενθαρρύνει το παιδί και επιβραβεύει την καλή συμπεριφορά.

στήριξις plus ειδική διαπαιδαγώγηση

Μέσω της ειδικής αγωγής αποκαθίστανται δυσκολίες τόσο στο μαθησιακό επίπεδο του παιδιού όσο και στο κομμάτι της συμπεριφοράς του.

Όλοι μας έχουμε εμπειρία απο παιδιά που «δυσκολεύονται να μάθουν», παρόλο που φαίνονται να προσπαθούν τόσο τα ίδια όσο και το περιβάλλον τους. Τα παιδιά αυτά θεωρείται ότι «δεν τα καταφέρνουν τόσο καλά στο σχολείο» και έτσι καλούνται να αξιολογηθούν και να συμμετάσχουν σε παιδαγωγικές και σπανιότερα σε ψυχολογικές παρεμβάσεις. Οι μαθησιακές δυσκολίες συνήθως αναγνωρίζονται ως μία γενική κατηγορία στην οποία επιχειρείται να ενταχθούν τα παιδιά που δυσκολεύονται και δείχνουν να μην έχουν επαρκείς ικανότητες για τις σχολικές απαιτήσεις.

Οι περισσότερες απο αυτές τις ικανότητες είναι επίκτητες και απαιτούν αφενός τη γνωστική επάρκεια του ατόμου και αφετέρου το ενεργό ενδιαφέρον και την εμπλοκή τόσο του ίδιου όσο και του περιβάλλοντος του (οικογενειακού, εκπαιδευτικού κ.λπ.). Καθώς δηλαδή η μάθηση και η διδασκαλία αποτελούν το κύριο πλαίσιο για την αναγνώριση και την κατανόηση των μαθησιακών δυσκολιών, η ενεργητική εμπλοκή και η κινητοποίηση απο την πλευρά των μαθητών παίζουν σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση και την αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών. Η μάθηση επιτυγχάνεται σε υποστηρικτικά και ενδιαφέροντα για τους μαθητές πλαίσια τα οποία τους συγκινούν και τους προκαλούν να αποκτήσουν γνώσεις που οι ίδιοι θεωρούν ότι έχουν αξία. Οι μαθητές που βιώνουν αποτυχία στα μαθήματα σταδιακά εμπλέκονται όλο και λιγότερο στη διαδικασία της μάθησης, καθώς νοιώθουν πως δεν τα καταφέρνουν και κατά συνέπεια δεν τους αφορά. Έτσι αποφεύγουν, για παράδειγμα, τις διαδικασίες της ανάγνωσης με αποτέλεσμα να χάνουν συνεχώς έδαφος σε γλωσσικές και γνωστικές δεξιότητες λόγω της μειωμένης έκθεσης τους στα κείμενα.

Ας προσπαθήσουμε να σκεφθούμε τις μαθησιακές δυσκολίες ως ένα «συνεχές». Κάποια παιδιά δυσκολεύονται να μάθουν, αν και δεν παρουσιάζουν κάποια αισθητηριακή ανεπάρκεια, σοβαρή νοητική υστέρηση, συναισθηματικές διαταραχές ή σοβαρές αναπτυξιακές διαταραχές. Σε αυτή τη περίπτωση οι μαθησιακές δυσκολίες αποτελούν ένα πρωτογενές πρόβλημα, που η αιτία του φαίνεται να σχετίζεται κυρίως με μία ήπια ενδογενή διαταραχή. Το παιδί δυσκολεύεται να μάθει ακόμη και κάτω απο επαρκείς συνθήκες διδασκαλίας. Ο όρος ειδικές μαθησιακές δυσκολίες αφορά αυτή την κατηγορία. Στο άλλο άκρο του συνεχούς τοποθετούνται οι μαθητές που δεν μαθαίνουν όταν οι συνθήκες μάθησης είναι αντίξοες. Υπαρχουν σημαντικές μελέτες που καταδεικνύουν ότι τα παιδιά σε δύσκολες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες εκδηλώνουν μαθησιακές και ψυχοκοινωνικές δυσκολίες. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται κυρίως για ανεπάρκειες του περιβάλλοντος και όχι για ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Στο μέσο του συνεχούς υπάρχουν παιδιά που δεν μαθαίνουν ή δεν τα καταφέρνουν επαρκώς σε συνθήκες στις οποίες οι ατομικές διαφορές και ανάγκές τους δεν αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Σε μία τέτοια περίπτωση οι γενικές μαθησιακές δυσκολίες αναγνωρίζονται περισσότερο ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των χαρακτηριστικών των ατόμων και του περιβάλλοντος διδασκαλίας και μάθησης που καλείται να υποστηρίξει τα συγκεκριμένα άτομα.

 Η δυσλεξία είναι μια μαθησιακή δυσκολία η οποία παρουσιάζεται ως δυσκολία στην απόκτηση της δεξιότητας για διάβασμα και αργότερα ως μια αστάθεια στην ορθογραφημένη γραφή. Η δυσλεξία δεν οφείλεται σε νοητικό έλλειμμα ή σε άλλο έλλειμμα κοινωνικό-πολιτισμικής ευκαιρίας.

Πως μπορεί να καταλάβει κανείς ότι έχει δυσλεξία ;

Συνήθως:

  • Οι οργανωτικές δεξιότητες εμπλέκονται
  • Το ‘’3’’ γίνεται ‘’ε’’ και το αντίθετο
  • Θέλει να γράψει ‘’το κεφάλι του’’ και γράφει ΄΄καιφάλι του’’
  • Τα γράμματα μπορεί να αλλάζουν θέση : ‘’τι υπχήρε’’
  • Δεν ξεχωρίζουν οι λέξεις ‘’φακέςήμακαρόνιαθα φάμε; ’’

Αυτός που μπορεί όμως να δώσει τη σίγουρη διάγνωση είναι ο ειδικός μέσω εξειδικευμένων διαγνωστικών κριτήριων.

Στην διαδικασία της αξιολόγησης των μαθησιακών δυσκολιών εμπλέκονται ο δάσκαλος της τάξης, ειδικός παιδαγωγός, σχολικός ψυχολόγος και στον βαθμό που κρίνεται χρήσιμο λογοθεραπευτής και εργοθεραπευτής. Η συμμετοχή της οικογένειας για την πορεία του προγράμματος είναι καταλυτική. Επίσης, είναι χρήσιμη η εκτίμηση από οφθαλμίατρο, Ω.Ρ.Λ./ που θα αξιολογήσουν την λειτουργική όραση και ακοή του μαθητή.

Έρευνες που γίνονται σχετικά με τις Μ. Δ. οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αν διαγνωστούν έγκαιρα μπορούν σε ένα αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο να αντιμετωπιστούν, ώστε ο μαθητής να μπορέσει να εκμεταλλευθεί στο έπακρον τις δυνατότητές του και να χτίζει παράλληλα την αυτοεκτίμησή του, εντασσόμενος ομαλότερα στην ομάδα.

Συμβουλές για γονείς:

  • Να δείξετε ενδιαφέρον για την καθημερινή ζωή του παιδιού στο σχολείο, ρωτώντας το πώς τα πέρασε, αν έπαιξε εκεί και όχι μόνο για τα μαθήματά του. Να του παρέχετε ερεθίσματα για αφήγηση των εμπειριών του, δηλαδή να «εκμεταλλεύεστε» κάθε ευκαιρία για μάθηση.
  • Να το μάθετε να ελέγχει την τσάντα του από το βράδυ, αν είναι έτοιμη και να του υπενθυμίζετε να σημειώνει στο πρόχειρό του ότι επιπλέον πρέπει να θυμηθεί για τα μαθήματά του κ.τ.λ.
  • Να μην φωνάζετε στο παιδί αλλά να του φέρεστε με ευγένεια και σεβασμό, ώστε το παιδί να προσπαθεί να ανταποδώσει την ίδια συμπεριφορά.
  • Η μελέτη να ξεκινά την ίδια ώρα, να γίνονται διαλείμματα, ανά τακτά προγραμματισμένα διαστήματα, έτσι ώστε να μην πιέζεται συνεχώς.
  • Ανακαλύψτε ένα θετικό χαρακτηριστικό του παιδιού σας και επιβραβεύσε με ειλικρίνεια τις θετικές του προσπάθειες.
  • Αν το παιδί σας αρνείται να γράψει, μπορείτε να το «ξεγελάσετε» έστω και λίγες φορές μόνο. Το να ασκήσετε πίεση πάνω του, σίγουρα δεν είναι ο καλύτερος τρόπος. Βρείτε κάποια στιγμή που είστε όντως απασχολημένοι και παρακαλέστε το να σας βοηθήσει γράφοντας π.χ τα ψώνια του σούπερ μάρκετ. Μην κάνετε εμπαιγμούς και σχόλια την ώρα που προσπαθεί να θυμηθεί π.χ ποιο «ι» βάζουμε στη λέξη τυρί, αλλά να του χαμογελάτε με αγάπη.
  • Μην το συγκρίνετε με τον αδελφό του ή το φίλο του. Μην εκνευρίζεστε μαζί του για κάτι που δεν μπορεί να καταλάβει, αλλά να προσπαθείτε να βρίσκετε έναν ευκολότερο τρόπο.
  • Κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό.
  • Το χρόνο που ασχολείστε με το παιδί σας, να είστε αφοσιωμένοι σε αυτό και μόνο.
  • Ποτέ ο γονιός δεν πρέπει να λύνει και να γράφει τις ασκήσεις του παιδιού, ακόμη και όταν αυτό είναι άρρωστο.
  • Για να υπάρξει αρμονία στις σχέσεις γονιών και παιδιού επιβάλλεται η κατανόηση των αναγκών του, το ενδιαφέρον, η υπομονή, μα κυρίως πολύ ενθάρρυνση και επιβράβευση για οτιδήποτε καταφέρνει, όσο μικρό και ασήμαντο και αν είναι.
top